απάντηση

[апацдиси] ουσ. θ. ответ, возражение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απάντηση" в других словарях:

  • απάντηση — η απόκριση (προφορική ή γραπτή): Δεν πήρα ακόμη απάντηση στην επιστολή μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απάντηση — η (AM ἀπάντησις, εως) απόκριση αρχ. μσν. συνάντηση αρχ. 1. συνοδεία, φρουρά 2. συζήτηση 3. επιμονή, σταθερότητα ενόψει αντίστασης …   Dictionary of Greek

  • ἀπαντήσῃ — ἀπαντήσηι , ἀπάντησις escort fem dat sg (epic) ἀπαντάω move from aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἀπαντάω move from aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἀπαντάω move from fut ind mid 2nd sg (attic doric ionic aeolic) ἀ̱παντήσῃ , ἀπαντάω move from… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξαρτημένο ανακλαστικό — Όρος που υποδηλώνει τη δυνατότητα δημιουργίας περιβαλλοντολογικών συνθηκών, ικανών να ωθήσουν τα άτομα στην εκμάθηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Στην καθημερινότητα παρατηρούνται διάφορες μορφές συμπεριφοράς, στη βάση των οποίων… …   Dictionary of Greek

  • ἀπαντήσηι — ἀπάντησις escort fem dat sg (epic) ἀπαντήσῃ , ἀπαντάω move from aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἀπαντήσῃ , ἀπαντάω move from aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἀπαντήσῃ , ἀπαντάω move from fut ind mid 2nd sg (attic doric ionic aeolic) ἀ̱παντήσῃ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • αναπάντητος — η, ο (Α ἀναπάντητος, ον) [ἀπαντώ] νεοελλ. 1. αυτός που δεν πήρε απάντηση, που έμεινε χωρίς απάντηση 2. αυτός που δεν έδωσε ή δεν μπορεί να δώσει απάντηση, που αποστομώθηκε 3. αυτός, τον οποίο δεν συνάντησε ή δεν επιθυμεί κανείς να συναντήσει αρχ …   Dictionary of Greek

  • μάθηση — Ο όρος με την ευρεία έννοια αναφέρεται στη διαδικασία μέσω της οποίας κάθε έμψυχο ov, από την αμοιβάδα έως τον άνθρωπο, προσαρμόζεται στο περιβάλλον και στις απαιτήσεις του, τροποποιώντας το με τη σειρά του, για να αντλήσει τα μεγαλύτερα οφέλη… …   Dictionary of Greek

  • μαντείο — Ο τόπος όπου κατά την αρχαιότητα πιστευόταν ότι επικοινωνούσε ο θεός με τον άνθρωπο και εξέφραζε τη θέλησή του με χρησμό. Ο θεός επιδοκίμαζε ή αποδοκίμαζε μια πράξη του παρελθόντος, προειδοποιούσε για ένα μελλοντικό γεγονός ή συμβούλευε για την… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.